Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ (ΔΕΜΑΤΑ)
Από τις αποψιλώσεις που έγιναν στην κορυφή του χωριού (ζυγοπλαγιά) και τις εκβαθύνσεις στο ρέμα Λεπτοκαριάς (Κορομπίλια) στα 1934-1935, σημειώθηκαν στο χωριό κατολισθήσεις. Το ρήγμα (κόμμα) έφθασε κοντά στο σπίτι του Αλέξη Γλεντή και στη Λάκκα κοντά στα Μακραίϊκα τα σπίτια. Τότε επενέβη η Δασική Υπηρεσία και το χωριό σώθηκε κυριολεκτικά με τα φράγματα (δέματα) που έγιναν στο ρέμα που είναι ανάμεσα στους δύο μαχαλάδες. Τις εργασίες επέβλεπε Δασάρχης και προϊστάμενος ήταν ο Μήτρος Α. Υφαντής. Αυτά έσωσαν το χωριό από βέβαια καταστροφή.
Την καλοκαιρινή εποχή εργαζόταν 30 ή 35 εργάτες και τότε το χωριό έσφυζε από ζωή αλλά και τα μεροκάματα βοηθούσαν τους κατοίκους να καλυτερεύσουν τη φτωχική τους διαβίωση. Το κτίσιμο των φραγμάτων, το έκαναν ειδικοί τεχνίτες Ηπειρώτες. Μεταξύ των εργατών, ήταν και ο Βαγγέλης Χ. Κορομπίλιας. Μια μέρα περιεργάζονταν μια μεγάλη πέτρα με σκοπό να τη σπάσει. Τη γύριζε από ‘δώ, τη γύριζε από ‘κεί και σκεπτότανε που θα βρει την κατάλληλη φλέβα να τη βαριοχτυπήσει και να την κομματιάσει. Ο Δασάρχης τον κοίταζε κάμποσα λεπτά.. Στο τέλος δε βάσταξε και του είπε: «Δε μου λες Κορομπίλια, πόση ώρα ακόμα θα την κλωθογυρνάς και πότε θα πάρεις απόφαση να τη σπάσεις;». Και η πληρωμένη απάντηση: «εσείς κύριε Δασάρχα, όταν θέλετε να κάνετε ένα σχέδιο φράγματος, πόση ώρα σκέπτεστε και πόσα χαρτιά χαλάτε μέχρι να βγάλετε το οριστικό σχέδιο;». Μιλούσε άριστα την καθαρεύουσα και ήταν ετοιμόλογος.
Συνέβη την ίδια μέρα, όταν μετέφερε την πέτρα κοντά στο φράγμα, διάφοροι παραθεριστές που αργόσχολα παρατηρούσαν τις εργασίες, να δίνουν συμβουλές, πως θα μετακινήσει καλύτερα την πέτρα. Τότε ο Βαγγέλης βγήκε από τα ρούχα του και είπε: «αμάν τι να υποφέρω, τους επιστάτες ή τους θεατός».
Ο Βαγγέλης έλεγε ότι είχε δύο ζεύγη μπότες, «το ένα δια τας εργασίμους ημέρας, το άλλο δια τας επισήμους».
Μία περίοδο εργάζονταν στο εργοτάξιο ο Βασίλης Χ. Φρύδας που δεν φημίζονταν για την εργατικότητα του. Ο Δασάρχης τον έβαλε στο μάτι και συνέχεια τον παρατηρούσε. Ο Βασίλης έβραζε μέσα του αλλά ανέχονταν τις παρατηρήσεις γιατί το μεροκάματο μεροκάματο. Μια μέρα γύρω στις 9 πμ. επισκέφτηκε το εργοτάξιο ο γνωστός ταχυδρόμος Χρυσόστομος. «Φρύδας Βασίλειος, έλα και σε θέλω, έχεις μια επιταγή 1000 δρχ. από το γιο σου το χωροφύλακα». Το μεροκάματο ήταν γύρω στις 30 δρχ. Υπέγραψε λοιπόν ο Βασίλης φαρδιά πλατιά, τσέπωσε το χιλιάρικο, κατευθύνθηκε στον Δασάρχη που καθότανε σε μια σκιά και χωρίς άλλη κουβέντα, πέταξε στα πόδια του τον κασμά και αγέρωχος και με αξιοπρέπεια αποχώρησε από την εργασία με χίλιες ευχές για τον προκομμένο γιο του τον Παναγιώτη.
Τα περισσότερα παιδιά του χωριού που υπηρετούσαν στην Χωροφυλακή δεν παρέλειπαν να στέλνουν επιταγές στους γονείς τους που γνώριζαν ότι τους έδερνε η μαύρη φτώχια.