ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ
Ο ΔΗΜΟΥΛΗΣ
Πριν από την Επανάσταση του 1821, το χωριό έμεινε με 17 οικογένειες, γιατί πολλοί μετανάστευσαν για άλλα πιο ασφαλή μέρη. Ένας από αυτούς ήταν και ο Δημούλης. Στο χωριό άφησε την κτηματική του περιουσία.
Ύστερα από χρόνια, ο γιος ή ο εγγονός του, ήρθε στο χωριό με πρόθεση να πουλήσει τα χωράφια του. Οι Βουνιστιώτες μ’ ένα στόμα του απάντησαν ότι ο Δημούλης δεν άφησε ακίνητη περιουσία.
Στην απόγνωση του ο απόγονος, γύρισε προς την εκκλησία και σε επήκοο όλων των χωριανών, έκανε το σταυρό του και είπε: «Παναγιά μου, ότι περιουσία άφησε ο πατέρας μου, την κάνω τάμα στη χάρη σου. Γεια σας χωριανοί».
Οι Βουνιστιώτες, μετά την εξέλιξη αυτή, ότι χωράφια είχε ο Δημούλης, τα έγραψαν στην εκκλησιαστική περιουσία και σήμερα ακόμα, είναι βακούφικα και διατηρούν το όνομα Δημούλη.
ΤΟ ΘΟΛΩΜΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Αγροφύλακας ο Θωμάς Β. Κωλέττας, ευθυτενής, 1,95 μ. περίπου, ήταν ομολογουμένως τίμιος και αξιοπρεπής. Έτυχε ασκώντας τα καθήκοντα του να βρεθεί στην τοποθεσία Βρώστιανες. Εκεί κοντά έβοσκε τα γιδοπρόβατα του ο Χρήστος Ποταμιάς συντροφιά με το Λάμπρο Ι. Μακρή.
Κάπου εκεί κοντά ήταν ένα πόσιμο νερό (γούρνα) και για να πιεις νερό έπρεπε να γονατίσεις. Ο Θωμάς γονάτισε, έσκυψε το κεφάλι για να πιει όπως τα καματερά. Εκείνη τη στιγμή τον είδε ο Ποταμιάς και με επιτακτική φωνή φώναξε «μη Θωμά, μη πίνεις νερό. Έχεις μεγάλη μύτη και θα θολώσει η γούρνα. Περίμενε να πιει πρώτα ο Λαμπράκης που’ χει μια μύτη σαν αλποπουρδή». Με το καλαμπούρι αυτό και οι τρεις έσκασαν στα γέλια.
Αλποπουρδές λέγονται κάτι στρογγυλές φούσκες σα μεγάλη ρόγα σταφυλιού που βγαίνουν με τα πρωτοβρόχια στα χέρσα χωράφια.
Ο ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΜΠΟΣ
Μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, ο Μάρκος Φλέγκας επάνω στον Αϊ Λιά στη θέση Κοτρωνάκια, αγναντεύοντας το Θεσσαλικό κάμπο, έπεσε σε βαθύ συλλογισμό. Έβλεπε τα καταπράσινα χωράφια σπαρμένα με σιτάρι να σχηματίζουν ένα χορτοτάπητα. Άλλα να είναι φρεσκοοργωμένα, έτοιμα να δεχθούν τις ανοιξιάτικες καλλιέργειες και κουνούσε το κεφάλι του.
Εκεί τον βρήκε ο Χριστόφορος Συντήλας, τον είδε σε βαθιά συλλογή και τον ρώτησε: «τι έχεις μπάρμπα Μάρκο και συλλογιέσαι κι ούτε γυρίζεις να μας δεις; που τρέχει ο λογισμός σου; μήπως σου πνίγηκαν τα καράβια;». Και η απάντηση: «θα ήθελα Χριστόφορε, όσο κάμπο βλέπουν τα μάτια μου, να ήταν δικός μου».
Η ματαιότητα του ανθρώπου σε όλο της το μεγαλείο. Το μάτι του ανθρώπου είναι αχόρταγο.
Ο ΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ
Ο Χριστός είπε στον Πέτρο: «Πέτρε, Πέτρε, πάντες οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρα αποθανούνται». Ματθαίος Κ.26 Στ.52
Η ιστορία που θα περιγράψω είναι πέρα για πέρα αληθινή. Εάν μου διαφεύγουν κάποιες λεπτομέρειες, είναι γιατί τα γεγονότα έφτασαν σε μένα με την προφορική αφήγηση γεροντότερων του χωριού μας.
Ο συνολικός αριθμός των ατόμων που πλήρωσαν το φόρο του αίματος, ανέρχονται σε έξι άτομα: Γιαννάκης Κωτούζας, Ντίνας, Αραπομήτσος, Μητσιόβας, η σύζυγος του Μαρία και ο γαμπρός του Κακαράντζας Παναγιώτης. Όλοι αυτοί οι θάνατοι συνέβησαν σε διάστημα 70 χρόνων.
Λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), η δημόσια ασφάλεια ήταν στο χειρότερο σημείο. Η ληστοκρατία είχε φτάσει στον Κολοφώνα της δόξας της. Ευνοήθηκε και από τη φύση της οροθετικής γραμμής που πρόσφερε ασφαλή κρησφύγετα από το Ελληνικό στο τουρκοκρατούμενο έδαφος και αντίστροφα.
Κι έρχομαι στην υπόθεση του Γιαννάκη Κωτούζα. Ο νεαρός Γιαννάκης, παντρεύτηκε την Ειρήνη, γνωστή στο χωριό σα Ρήνου. Το σπίτι της ήταν δίπλα στο σπίτι του Φώτη Σφέτσα. Ήταν μια ανδρογυναίκα, δύσκολος χαρακτήρας, ανυπόταχτη, γι αυτό και στο χωριό έγινε γνωστή σαν Παλαβορήνου. Από το γάμο αυτό γεννήθηκε μια θυγατέρα που τη βάπτισαν Μαρία. Ο συζυγικός βίος του Γιάννη και της Ρήνου, στάθηκε μια σκέτη αποτυχία, από το δύστροπο χαρακτήρα της. Ο Γιάννης ανταποκρινόταν με άγριους ξυλοδαρμούς. Αποφάσισε λοιπόν να δώσει τέλος στο γάμο του και παντρολογιόταν με μια κοπέλα από ένα χωριό της Αργιθέας.
Μια μέρα που ξεκίνησε από το χωριό να πάει να δώσει λόγο στην υποψήφια, όταν έφτασε στην τοποθεσία Δημούλη, πιάστηκε από ληστές που καιροφυλακτούσαν το πέρασμα του. Οι ληστές τον οδήγησαν στου Αγά τη βρύση, κι εκεί αφού του έκοψαν μύτη και αυτιά, τον έδεσαν σ’ ένα τσουχτριάρικο δέντρο. Ένας άλλος ληστής που πέρασε τυχαία από εκεί, έδωσε τέλος στο μαρτύριο του. Τον λύτρωσε με μια σφαίρα στην καρδιά.
Η μοναχοκόρη της Ρήνας μεγάλωσε ορφανή και σε ηλικία γάμου παντρεύτηκε κάποιον Ντίνα από τη Γράλιστα. Ο Ντίνας, ήρθε σώγαμπρος στο χωριό. Ηταν χαρακτήρας δύσκολος, θηριώδης και συχνά πυκνά ξυλοφόρτωνε πεθερά και σύζυγο. Η ζωή της Μαρίας έγινε σωστή κόλαση. Για την ιστορία, αναφέρω ότι η σημερινή αλυσίδα της εκκλησιαστικής καμπάνας, είναι δωρεά …. του Ντίνα. Αυτός, εργαζόμενος στο εργοστάσιο ζάχαρης στη Λαζαρίνα, έκλεψε την αλυσίδα. Την τύλιξε γύρω από το πελώριο κορμί του κι έτσι την έβγαλε από το εργοστάσιο. Να σημειωθεί ότι η αλυσίδα ήταν πιο μεγάλη από ότι είναι σήμερα. Κλοπή και δωρεά σε εκκλησία.
Ένα πρωινό ο Ντίνας βρέθηκε σκοτωμένος στη θέση Αγία Αικατερίνη Μαυρομματίου. Κυκλοφόρησε η φήμη ότι κάποιος αρβανίτης φύλακας του Ζωγράφου, ονόματι Αραπομήτσος τον δολοφόνησε. Η σύζυγος του Μαρία, στα κατοπινά χρόνια έλεγε δικαιολογούμενη για το θάνατο του, ότι δεν οφειλόταν σε ενέργεια δική της. Διηγούνταν ότι τη βραδιά της δολοφονίας, ο σύζυγος της τις νυκτερινές ώρες, ετοιμάστηκε να φύγει από το σπίτι. Όταν ρώτησε γιατί φεύγει τέτοια ώρα, της απάντησε: «αν Μαρία πετύχω απόψε, έξω φτώχια, θα ζήσεις μέσα στην καλοπέραση». Με άλλα λόγια, κάποια ληστεία θα έκανε.
Ύστερα από λίγα χρόνια, γύρω στα 1908, στην ίδια τοποθεσία, στην Αγία Μαρίνα, δολοφονήθηκε ο Αραπομήτσος από το Γραλιστινό Ανδρέα Γκίκα, για συνοριακές διαφορές των χωριών Μαυρομάτι και Γράλιστα.
Πέρασαν χρόνια και η χήρα Μαρία, παντρεύτηκε το Δημήτρη Βαβλέκη, το γνωστό Μητσιόβα, που ήταν κι αυτός χήρος και από την πρώτη του γυναίκα είχε δυο παιδιά, την Ευθαλία σύζυγο Παναγιώτη Κακαράντζα και τον Απόστολο, το γνωστό στο χωριό με το παρατσούκλι Ρακοτάγκος.
Το χειμώνα του 1941, στη μεγάλη πείνα λόγω κατοχής, ο Μητσιόβας και η σύζυγος του Μαρία, βρέθηκαν κατακρεουργημένοι στο σπίτι τους στο Μέγα Ρέμα. Ο Μητσιόβας κατεσφάγη στο κατώι, κοντά στα παχνιά των βοδιών. Σε απόσταση λίγων μέτρων, μέσα στο ρέμα, οι ληστές συνέλαβαν τη Μαρία και με μαχαίρι την κατέσφαξαν. Επικράτησε η φήμη ότι πίσω από τη δολοφονία τους, κρύβονταν ο Κακαράντζας για κληρονομικούς λόγους. Γλίτωσε το θανατικό ο γιος Απόστολος ο Ρακοτάγκος.
Αρχές Γενάρη του 1943, πέρασε από το χωριό μας ο Ανταρτοκαπετάνιος του ΕΑΑΣ Αρης Βελουχιώτης. Άντρες του ΕΛΑΣ συνέλαβαν τον Κακαράντζα, άγνωστο ποιοι ή ποιος τον κατέδωσε. Τον οδήγησαν στο χωριό στο Δημοτικό σχολείο. Εκεί έγινε η ανάκριση και ο φρικτός βασανισμός του, αλλά και η εις θάνατον καταδίκη του. Το άλλο πρωί, βρέθηκε σφαγμένος σαν αρνί, στο ρέμα του Κορομπίλια από την πλευρά της ράχης.
Αν ο ΕΛΑΣ απέδωσε δικαιοσύνη, είναι αμφιλεγόμενο. Μετά την εκτέλεση, πέρασε από εκεί ο Κώστας Φλέγκας, τον κοίταξε καλά καλά, κούνησε το κεφάλι του με περίσκεψη και είπε: «εάν έκανες το έγκλημα, δίκαια έπαθες, εάν όμως όχι, άδικα φουκαρά».
Ο Κώστας Φλέγκας, όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι, είχε μια φιλοσοφική διάθεση και με τη συζήτηση αναζητούσε την αλήθεια είτε στην θρησκεία είτε στην πολιτική. Πνεύμα ανήσυχο, έμοιαζε κατά κάποιο τρόπο το Σωκράτη της Αρχαιότητας.
Άρχισαν οι εκτελέσεις από τους ληστές της Τουρκοκρατούμενης Θεσσαλίας (Γιάννης Κωτούζας) και τελείωσαν με τον Παναγιώτη Κακαράντζα από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Επίσης, οι τέσσερις θάνατοι, έλαβαν χώρα σε απόσταση γύρω στα 700 μέτρα περίπου Αγία Αικατερίνη Μέγα Ρέμα (Ντίνας, Αραπομήτσος, Μητσιόβας, Μαρία).
Ύστερα από 30 χρόνια, κάποιος Παντελής Κουτρουμάνος από το χωριό Οξυά, με μεταμέλεια ομολογούσε στον Βασίλη Κωνσταντάκο, ότι αυτός διέπραξε τη σφαγή του ζεύγους Δημήτρη Βαβλέκη (Μητσιόβα) στο Μέγα Ρέμα.
Η ΑΡΚΟΥΔΑ
Το χωριό το επισκέφτηκε ένα καραβάνι τουρκόγυφτων. Είχαν μαζί τους μια αρκούδα. Ο νεαρός Τάσιος Δ. Καμέας, μεγάλο πειραχτήρι και ζωηρός χαρακτήρας, έριξε από μακριά μια πέτρα σημαδεύοντας την αρκούδα. Την πέτυχε σε καίριο σημείο, οπότε η αρκούδα εξαγριώθηκε, άρχισε να βρυχάται και να ρίχνει πέτρες που έφταναν από την κοινοτική πλατεία μέχρι το σπίτι του Κώστα Μιχάλη. Ο γύφτος αρκουδιάρης, δεν μπορούσε να την ηρεμήσει, βρήκε όμως ευκαιρία κι έλεγε στους χωριανούς: «τάξτε μπρε κάτι στην αρκούδα να ηρεμήσει». Ο Τάσος όπου φύγει – φύγει, τρύπωσε στα σπίτια τα Καμμαίϊκα.
Η ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ
Για πολλούς νέους του χωριού, η κατάταξη στη Χωροφυλακή, ήταν η μόνη λύση στο ζήτημα της απασχόλησης και να βρουν πόρο ζωής.
Σε πολλές οικογένειες, δύο και τρία ακόμη παιδιά υπηρετούσαν στη Χωροφυλακή. Τα παιδιά αυτά, δεν ξεχνούσαν την οικογένεια τους, την οποία ενίσχυαν κατά το δυνατόν με χρηματικά εμβάσματα. Οι γονείς, συμβούλευαν τα παιδιά τους να έχουν τα μυαλά τους «τετρακόσια» για να μην τους πλανέψει η ξενιτιά και ξεχάσουν τη φτώχια. Τα παιδιά δεν ξεχνούσαν και ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των γονιών τους, έστω και με τον πενιχρό μισθό που έπαιρναν.
Ο Νάσιος Δ. Καμέας, υπηρέτησε στη Χωροφυλακή πολλά χρόνια και έφυγε συνταξιούχος. Στα πρώτα βήματα του στη Χωροφυλακή, έστελνε στον πατέρα του συχνά πυκνά γράμματα. Ο πατέρας του απαντούσε σε κάθε του γράμμα. Μια μέρα δεν άντεξε και έγραψε στο γιο του: «Νάσιο, μη στέλνεις δασιά γράμματα, μια πεντάρα εσύ απ’ αυτού και μια πεντάρα εγώ από ‘δω, γίνονται μια δεκάρα».
Ο γιος του Λάμπρου Κ. Κωλέττα Αχιλλέας, υπηρέτησε στη Χωροφυλακή και απολύθηκε με 12ετία. Στα πρώτα του βήματα, έστειλε στον πατέρα του μια ξεγυρισμένη επιταγή. Το πρώτο Σάββατο που πήγε στο Μουζάκι ο Λαμπράκης, αγόρασε τρεις ομπρέλες και πέντε γκαζοκάντηλα. Οι ομπρέλες για τα μέλη της οικογένειας και τα καντήλια για να τα χρησιμοποιεί στο σπίτι, στα Παλιοκόπρια και στα Βλισίδια. Δυστυχώς αυτή η καθ’ όλα πρακτική αγορά, έγινε αφορμή να σχολιαστεί από τους χωριανούς σαν υπερβολική και αστόχαστη σπατάλη.
Ο Βασίλης Μακρής, συνταξιοδοτήθηκε μα το βαθμό του ενωμοτάρχη. Στην πρώτη άδεια που πήρε και πήγε στο χωριό, ανάγγειλε στον πατέρα του ότι πήρε και ρολόι, για να πάρει την πατρική, όλο χαρά απάντηση: «σ’ αξίζει χρυσέ μ’, σι πρέπει γραμμένε μ’». Οι γείτονες που τον άκουσαν «μεμαρτύρηκαν». Το ρολόι την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη υπόθεση.
ΕΧΑΣΑ ΠΑΣΑ ΙΔΕΑ
Βουλευτικές εκλογές 1961. Υποψήφιος με το κόμμα της ΕΡΕ, ο Θεολόγης με πολιτική πελατεία κυρίως τα καμποχώρια.
Στο χωριό μας δεν είχε ορίσει κομματικό αντιπρόσωπο. Με υποδείξεις του γαμβρού του, καπετάνιου από το Ζερέτσι, όρισε στο χωριό μας αντιπρόσωπο το Μήτρο Κωτσιόγκολο. Τηλεφωνική επικοινωνία με τα χωριά, τα τηλέφωνα καρβουδιστήρια. Τις βράδυνες ώρες ο Θεολόγης ζήτησε στο τηλέφωνο τον Κωτσιόγκολο να πληροφορηθεί πόσους σταυρούς έλαβε.
Στο χωριό μας δεν πήρε ούτε ένα σταυρό, ούτε του αντιπροσώπου του, νομίζοντας ο Μήτρος ότι έστω και ένα σταυρό θα έπαιρνε ο Θεολόγης. Τι να πει όμως στο τηλέφωνο, άρχισε κι αυτός να λέει «έχασα πάσα ιδέα».
Τη φράση αυτή την επανέλαβε δυο – τρεις φορές, οπότε ο Θεολόγης αγανάκτησε και έκλεισε το τηλέφωνο. Μάλλον ο υποψήφιος «έχασε πάσα ιδέα» από τον αντιπρόσωπο του.
Η ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΚΑΜΠΑΝΑ
Όλοι μας γνωρίζουμε ότι την προπολεμική περίοδο, όταν συνέβαινε θάνατος, η καμπάνα της Παναγίας, σχεδόν όλη μέρα χτυπούσε λυπητερά. Τα γράφω αυτά και ο γνώριμος αυτός ήχος αντηχεί στα αυτιά μου και μου θυμίζει πρόσωπα γνωστά, αγαπητά, σεβαστά που έφυγαν από κοντά μας.
Το χτύπημα της καμπάνας το έκαναν οι γαβριάδες του χωριού.
Σ’ ένα ξόδι ενός γέροντα, τα παιδιά δεν άφηναν τον μικρό Ηλία Σ. Βλαχογιώργο να χτυπήσει την καμπάνα. Αγανάκτησε κι αυτός και με θυμό είπε στα παιδιά: «άντε ρε, δε θα πεθάνει ο παππούς μου, θα δείτε αν αφήσω κανέναν να χτυπήσει την καμπάνα».
Συνήθως, όταν χτυπούσε λυπητερά η καμπάνα, οι χωριανοί ρωτούσαν «ποιος πέθανε». Αυτό αποτέλεσε ερέθισμα στον Κώστα Φλέγκα και ρωτούσε να του εξηγήσουν «γιατί ρωτούν ποιος και δε λένε ποια;». Αλήθεια, κι εγώ έχω αυτήν την απορία. Ίσως να εννοούν ποιος άνθρωπος.
Η αγορά αυτής της καμπάνας έγινε στις αρχές του 1900 περίπου. Οι εκκλησιαστικοί επίτροποι Γιώργος Σ. Σωτηρίου, Αχιλλέας Δ. Τσατσούλας και ο Φώτης Χ. Κωλέττας, κατέβηκαν για την αγορά της καμπάνας στα Τρίκαλα. Διάλεξαν δύο καμπάνες και απομακρύνθηκαν σε ικανή απόσταση κοντά στο ποτάμι για να ακούσουν τον ήχο και να διαλέξουν. Δυο – τρεις γυναίκες που έπλεναν τα ρούχα τους, άκουσαν τον ήχο, κατάλαβαν το σκοπό τους και είπαν στην επιτροπή «να προτιμήσετε τη δεύτερη καμπάνα, έχει καλό ήχο».
Σ’ αυτή την επιλογή κατέληξε και η επιτροπή και δεν έπεσε έξω. Τώρα κοσμεί το νεόδμητο κωδωνοστάσιο προσφορά του Απόστολου Δ. Μπακατσέλου.
ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Την προπολεμική εποχή, οι νέοι του χωριού – μόνο αγόρια – γινότανε καρναβάλια κατά το Διονυσιακό έθιμο.
Μια χρονιά, θυμάμαι, γύρω στα 1937, ντύθηκαν καρναβάλια ο Κώστας Λ. Βλαχογιώργος, ο Παναγιώτης Σ. Βαβλέκης, ο Θανασούλας Πλακιάς, ο Δημήτρης Α. Γρηγορίου, ο Αποστόλης Α. Τσατσούλας και ο Σωκράτης Γιαννούλης. Νύφη έγινε ο Σωκράτης, γαμπρός ο Αποστόλης, κουμπάρος ο Τάκας, σωματοφύλακες ο Μπράτιμος ο Κώστας και ο Παναγιώτης και πεθερά (γριά) ο Θανασουλας που με τα πετυχημένα αστεία και καλαμπούρια, έκλεψε την παράσταση. Σε μια στιγμή που η νύφη πλησίασε και χαριεντίζονταν ξετσίπωτα με το Χρήστο Ποταμιά, οι γέροι προέτρεπαν το Χρήστο να «ψάξει», να χαϊδολογήσει τη νύφη. Και να η απάντηση του Ποταμιά: «καλά αν έχει …. σαΐτα (όργανο του αργαλειού), αν όμως έχει τσιουμόξυλο (γουδοχέρι) τότε τι χαμπάρια μάστορα;». Όλοι γέλασαν με το καλαμπούρι του. Λόγω των δρώμενων των απόκρεω, να μου συγχωρέσουν οι αναγνώστες αυτή μου την αθυρόστομη γραφή.
Ο Ποταμιάς, ήταν καλαμπουρτζής και ποιητής…. εκ του προχείρου. Παραθέτω λίγους σατυρικούς στίχους. Για τον Πάνο Φλέγκα: το Σάββατο το δειλινό – πήγε ο Πάνος για καπνό – μα τα χαράματα – τον βρήκαν μαύρα γράμματα. Τον έπιασε η αστυνομία με λαθραίο καπνό που πήρε από τα καμποχώρια με ανταλλαγή καυσόξυλων.
Με την ευκαιρία ενός γάμου του συγγενούς του Θωμά Α. Σφέτσα που πήρε νύφη από τη Γράλιστα και ήταν κοντούλα, σε αντίθεση με το Θωμά που ήταν ντερέκι 1,90, ο Χρήστος έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα στη μάνα του γαμπρού, παραλλάζοντας το τραγούδι του γάμου: «έβγα μανούλα πεθερά – να δεις τον γιο’ς τον κόρακα – σι φέρνει ένα βρικόλακα».
ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ
Διηγούνται ότι όταν ένας φοβερός ληστής, που σκότωσε 99 ανθρώπους, πήγε να εξομολογηθεί «τα κρίματα» του, ο πνευματικός του έβαλε κανόνα να πάει σ’ ένα σταυροδρόμι να καλλιεργήσει μποστάνι και να δίνει χάρισμα τα πεπόνια στους διαβάτες. Στη γωνιά του μποστανιού, να φυτέψει ένα ξερό ξύλο. Όταν το ξύλο αυτό βλαστήσει, θα είναι ένδειξη ότι λύθηκαν οι αμαρτίες του.
Ο ληστής, έκανε όπως του είπε ο πνευματικός και έδινε πεπόνια και καρπούζια στους διερχόμενους. Μια μέρα, πέρασε ένας βιαστικός διαβάτης και στάθηκε αδύνατο να τον σταματήσει να τον φιλέψει πεπόνι. Στο κάλεσμα του ληστή, απάντησε με περιφρόνηση «άσε μας κι εσύ καημένε, ξέρω τι μέρος του λόγου είσαι, μη με καθυστερείς είμαι βιαστικός».
Αγρίεψε ο μποσταντζής, ξύπνησε μέσα του ο παλιός ληστής και είπε «99 σκότωσα, κι έναν ακόμα 100». Έριξε και τον σκότωσε. Παραδόξως, όταν κοίταξε το φυτεμένο ξύλο, διαπίστωσε ότι είχε βλαστήσει.
Στην έρευνα που έγινε, διαπιστώθηκε ότι ο βιαστικός διαβάτης πήγαινε να χαλάσει ένα προξενιό. Γιατί το γράφω αυτό, θα διαπιστώσετε ευθύς αμέσως.
Ο Βασίλης Κωλέττας, αρραβωνιάστηκε τη Σταματώ Μακρή, αδελφή του Γιαννάκη και του Μήτρου. Ήταν λεβεντόπαιδο, ψηλός 1,95 περίπου και όμορφος ξανθός άντρας. Η γριά Μανίκαινα τον καλόβλεπε για να τον κάνει γαμπρό στη θυγατέρα της. Και να τι σοφίστηκε. Σε μια παρέα κοριτσιών που ήταν και η Σταματώ, είπε με σοβαρότητα «τι να ήταν αυτό που είδα χθες κορίτσια. Ο Βασίλης Κωλέττας λιποθύμησε, έπεσε κάτω ξερός λες κι έπαθε σεληνιασμό (επιληπτική κρίση)». Σαν τ’ άκουσε η Σταματώ, πήγε στη μάνα της και της είπε τα καθέκαστα, αλλά και την απόφαση της να μη παντρευτεί το Βασίλη. Η προξενιά χάλασε.
Αργότερα τη Σταματώ τη ζήτησε κάποιος από τη Γράλιστα. Αυτή δεν τον ήθελε, αλλά οι γονείς της την ανάγκασαν με το ζόρι να τον παντρευτεί. Σαράντα μέρες μετά τον γάμο, η Σταματώ τον παράτησε και ήρθε στους γονείς της. Τις μέρες εκείνες, πέρασε από το χωριό ο Δεσπότης. Το έμαθε ο Γραλιστινός, ήρθε στο χωριό και τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει και να πείσει τη γυναίκα του να γυρίσει κοντά του. Ο Δεσπότης, αναχωρούσε κι ήταν καβάλα στο άλογο. Πίσω του ακολουθούσε η Σταματώ και την συμβούλεψε να γυρίσει στον άντρα της. Εκείνη όμως ήταν ανένδοτη.
Ακολουθούσαν τον δρόμο τον παλιό από την απιδιά. Όταν έφτασαν στον πάτο του χωραφιού της Κωστάντως του Σταύρου, σταμάτησε ο Δεσπότης κάτω από μια βιτσοκρανιά και της είπε: «θα γυρίσεις στον άντρα σου, ναι ή όχι;». Όχι ήταν πάλι η απάντηση της. «Τότε, να έχεις την κατάρα μου». Εκεί χώρισαν. Η Σταματώ, από εκείνη τη μέρα, εξαφανίστηκε. Υστερα από 3-4 ημέρες, την βρήκαν απαγχονισμένη από τη βιστοκρανιά. Ήταν εκεί που ο Δεσπότης την καταράστηκε.
Μετά από λίγο καιρό, ο Βασίλης, αρραβωνιάστηκε και παντρεύτηκε την κόρη της Μανίκαινας. Μετά από πολλά χρόνια, ο γιος του Βασίλη, Θωμάς, παντρεύτηκε την ανεψιά της Σταμάτως, Σταθούλα, θυγατέρα του Γιαννάκη Μακρή . Ίσως ο γέρο Βασίλης, να είχε τύψεις για το χαμό της Σταμάτως.
Θα μπω στον πειρασμό να αναφέρω μια παραπλήσια ιστορία σχετική με προξενιό. Ο παπα-Γιώργης Φρύδας, είχε μια θυγατέρα ονόματι Λαμπρινή. Από μικρή οι γονείς της, της έλεγαν ότι θα την παντρέψουν με το Γιώργο Τσατσούλα. Σ’ αυτό συμφωνούσαν και οι γονείς του Γιώργου. Επίσημα δεν είχε γίνει αρραβώνας. Ο Γιώργος όμως, έδωσε λόγο στη Μαρία Στ. Μπακατσέλου κι ένα Σαββατόβραδο γινότανε οι αρραβώνες.
Στο γλέντι που ακολούθησε, έπεσαν πυροβολισμοί. Τους άκουσε ή Λαμπρινή – έμενε εκεί κοντά – και ρώτησε τη μάνα της πού πέφτουν και γιατί οι πυροβολισμοί. Η μάνα της, της είπε ότι ρίχνονται από το σπίτι των Μπακατσελαίων, γιατί αρραβωνιάζεται η Μαρία το Γιώργο Τσατσούλα. Τότε η Λαμπρινή, κατέβηκε στο κατώι, άνοιξε τις κάνουλες των βαρελιών και χύθηκε το κρασί. Ίσως σπονδή στον αρραβώνα της που δεν έγινε ποτέ. Από εκείνη τη στιγμή, σάλεψε το μυαλό της Λαμπρινής, έμεινε ανύπαντρη και ποτέ δεν συνήλθε από το μεγάλο σοκ.
Ύστερα από πολλά χρόνια, ο Γιώργος, πάντρεψε το γιο του Κώστα, με τη Βασιλική Μήτρου Μπαλατσού, που ήταν ανεψιά από αδελφή της Λαμπρινής. Στο χωριό έλεγαν ότι ο Γιωργάκης ήθελε να φύγει «το κρίμα» που έγινε στην Ααμπρινή.
Αναφέρω τα δυο αυτά περιστατικά, όχι τελείως όμοια και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματα του.