ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Στις γενικές διασκεδάσεις του χωριού (Πάσχα, Πανηγύρια, γάμοι, αρραβώνες, ξεφλουδήματα) τραγουδιούνται τα αθάνατα κλέφτικα και δημοτικά τραγούδια. Αυτά εξυμνούν κατορθώματα αγωνιστών ή ληστών, την αγάπη, τη φύση κλπ. Διακρίνονται κυρίως σε δύο κατηγορίες.
1) Της τάβλας (Τραπεζιτικά) και
2) του χορού (στα τρία, τσάμικα καλαματιανά).
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΤΑΒΛΑΣ (ΤΡΑΠΕΖΙΟΥ)
Ο ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
Τι σούρθε Παπαγιώργη μου το φετεινό χειμώνα
και πούλησες τα πρόβατα και πούλησες τα γίδια
και τώρα στα γεράματα αρματωλός και κλέφτης.
Όλα τα κάστρα πάτησες κι’ όλα τα Μοναστήρια
και του Βαρλάμη το κελί δεν μπόρεσες να το πατήσεις.
Τριγύρω γύρω μάρμαρο μολύβι σκεπασμένο
κι’ ένας παπάς καλόγερος το Γούμενο φωνάζει.
Κατέβα κάτω Γούμενε να μας ξομολογήσεις.
Έχουμε κι’ έναν άρρωστο για να τον μεταλάβεις
κι’ ο Γούμενος γελάστηκε και κάτω κατεβαίνει
σαν τα σκυλιά τον άρπαξαν του κόβουν το κεφάλι.
ΚΟΡΑΚΑΣ
Τ’ έχεις καϋμένε κόρακα τι σκούζεις τι φωνάζεις.
Μήνα διψάς για αίματα μήνα πεινάς για λέσια
Έβγα ψηλά στο Κόζιακα ψηλά στην άσπρη Πέτρα
κι’ αγνάντεψε τη ποταμιά της Πόρτας το Μπουγάζι
να δεις κορμιά τ’ απίστωμα κορμιά χωρίς κεφάλια
Να δεις και τον Νταφίλμπεη πούνε χωρίς κεφάλι
Τον κλαίν’ τα παλικάρια του…
ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΛΑ
Κάτω στα δασειά πλατάνια στις κρυόβρυσες
κάθονται δυο παλικάρια και μια όμορφη
κάθονταν τρώγαν και πίναν και τη ξέταζαν
Διαμαντούλα μ’ τ’ είσαι τέτοια χαλκοπράσινη
Μην ο ίσκιος σε απατάει μην αφάντασμα
Ούτ’ ο ίσκιος με απατάει ούτ’ φάντασμα
με πατάει το παλικάρι τα μεσάνυχτα.
Η ΕΛΕΝΗ
Έβγα Λένη μ’ στα βουνά στα κρύα τα νερά
Έχω λόγο να σου πω να τα πεις τ’ αφέντη σου.
Ήρθαν κλέφτες στο μαντρί και χαλεύουν πρόβατα
Πρόβατα δεν έχουμε μας χαλεύουν άλογα άλογα δεν έχουμε
σκότωσαν και τα σκυλιά το τσιοπάνο πήρανε
Σας παρακαλώ παιδιά τη τσαμάρα δώστε μου
να λαλήσω μια βολά ν’ αποπάρω απ’ τα βουνά
ν’ αποπάρω απ’ τα βουνά κι’ απ’ τα κρύα τα νερά.
Η ΑΠΙΣΤΗ
Φεγγάρι μου λαμπρό λαμπρό αυτού ψηλά που πάνεις
αυτού ψηλά που περπατάς και χαμηλά κοιτάζεις
μην είδες μην ελόγιασες την αγαπητικιά μου
σαν τι χεράκια την κρατούν και τα δικά μου τρέμουν
σαν τι ματάκια την κοιτούν και τα δικά μου τρέχουν
Εψές την είδα στο χορό σήμερα στο σεριάνι.
Η ΝΕΡΑΝΤΖΟΥΛΑ
Νεραντζούλα φουντωμένη και κλωναρωτή
πούναι τ’ άνθη πούχες πρώτα πούνε κι’ ο καϋμός
Φύσηξε Βοριάς κι αέρας και τα γκρέμισε
σε παρακαλώ βοριά μου τράβα σιγανά
να περάσουν τα καράβια τα ζαγοριανά
π’ ούχουν μέσα παλικάρια κι’ όμορφα παιδιά.
Η ΑΛΑΦΙΝΑ
Κλάψε με μάνα μ’ κλάψε με τη νύχτα με φεγγάρι
και την αυγούλα με δροσιά όσο να δώσ’ ο ήλιος
να βγουν τα ‘λάφια στις βοσκές να βγουν κι’ αλαφίνες
Όλα τα ‘λάφια βγήκανε κι’ όλες οι αλαφίνες
και μια λαφίνα ταπεινή δε βόσκει δε δροσιέται
Όλο τ’ απόσκια περπατεί στα απόζερβα κοιμάται
κι’ όπ’ εύρει γάργαρο νερό θολώνει και το πίνει
κι’ ο ήλιος την ερώτησε κι’ ο ήλιος τη ρωτάει
Τ’ έχεις ‘λαφίνα ταπεινή γιατί δε πάς με τ’ άλλα
Δώδεκα χρόνους έκανα στείρα χωρίς λαφάκι
κι’ από τις δώδεκα και μπρος γέννησα αλαφάκι
κι’ ο κυνηγός από μεριά ρίχνει και το σκοτώνει
Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΦΤΩΧΟΙ
Απόψε στο σπιτάκι μου έχω χαρά μεγάλη
τον Άγγελο φιλεύουμε και το Χριστό κερνάμε
και τη κυρά μας Παναγιά τη διπλοπροσκυνάμε
να μας χαρίσει τα κλειδιά κλειδιά του παραδείσου
ν’ ανοίξω τον παράδεισο να μπω να γκεζερίσω
ανοίγω τη δεξιά μεριά, δεξιά του παραδείσου
βλέπω φτωχοί που στέκονται λαμπάδες αναμμένες
ανοίγω τη ζερβιά μεριά ζερβιά του παραδείσου
Βλέπω πλούσιοι που στέκονται στη πίσσα στο κατράμι
βαστούνε και στα χέρια τους σακούλες βουλουμένες
Φτωχοί δώστε κι’ εμάς κεριά να ιδούμε ένας τον άλλον
Θυμάσται όταν σε χάλευα κι μέλεγες δεν έχω;
Εδώ τα γρόσια δεν παιρνάν κι’ λίρες δεν διαβαίνουν
Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
Μια Κυριακίτσα ένα πρωί κι’ ένα Σαββάτο βράδυ
με πήρε το παράπονο και το βαρύ κιντέρ
κι’ αρχίνησα να τραγουδώ τα κλέφτικα τραγούδια
και τ’ άκουσε μια λυγερή
ποιος είναι αυτός που τραγουδεί τα κλέφτικα τραγούδια
να του χαρίσω εννιά χωριά και 10 βιλαέτια.
ΧΟΡΕΥΤΙΚΑ (Λαμπρής – Ιστορικά – Κλέφτικα)
ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
Μια Πασχαλιά μίνια Λαμπριά μια ‘πισημην ημέρα
Λύκος παιδάκι ν’ άρπαξε απ’ της μάνας αγκάλη
Χίλιοι πεζοί τον κυνηγούν χίλιοι καβαλαραίοι
κι η Μάνα που τον γέννησε κι’ αυτή κοντά πηγαίνει
Άφ’σε με Λύκε το παιδί και φάγε το ζευγάρι
και φάγε χίλια πρόβατα και δυό χιλιάδες γίδια
και το παιδάκιν’ φώναξε από του Λύκ’ το στόμα
Σύρε Μάνα μ’ στο σπίτι σου σύρε στην ερημιά σου
Θυμάσαι όταν μού ‘λεγες ο Λύκος να με φάει;
Ο ΤΟΛΙΟΣ
Δεν έχω άδεια να βγω να ιδώ τον Τόλιο που διαβαίνει
τον Τόλιο τον περήφανο τ’ άξιο το παλικάρι
πως πάει απάνω στ’ Άγραφα να μάσει παλικάρια
χίλιους νομάτους έμασε χίλιους και διαλεγμένους
κι’ άλλα χίλια κλεφτόπουλα και γίναν τρεις χιλιάδες
να πάνε να πατήσουνε της Νίκαινας το σπίτι
τ’ ακούς Κυράτσα Νίκαινα τι λέν τα παλικάρια;
άσπρα γυρεύουν τα παιδιά φλουριά τα παλικάρια
εμείς φλουριά δεν έχουμε τ’ άσπρα που να τα βρούμε
τ’ άσπρα τα πήρε ο Νικολός να μάσει παλικάρια
Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ
Παιδιά μ’ σα θέλτε λεβεντιά και κλέφτες να γενήτε
εμένα να ρωτήσετε το γέρο καπετάνιο
Δώδεκα χρόνους έκανα στους κλέφτες Καπετάνιος
ζεστό ψωμί δεν έφαγα σε στρώμα δεν κοιμήθηκα
Το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα
Ολομερίς στον πόλεμο το βράδυ καραούλι
και το ντουφέκι μ’ έλεγα και το ντουφέκι λέγει
ντουφέκι μου περήφανο σπαθί ξεγυμνωμένο
πολλές φορές με γλύτωσες κι’ ακόμα μία απόψε.
Η ΑΓΡΑΦΙΩΤΟΠΟΥΛΑ
Πέντε παιδιά μαλώσανε για μια Αγραφιωτοπούλα
κι’ ο Καπετάνιος έλεγε κι’ ο καπετάνιος λέγει
Παιδιά μου μη μαλώνετε να μην ετουφεκιώστε
Εμείς ταχιά θα φύγουμε στα Αγραφα να πάμε
κι’ εκεί θα τις διαλέξουμε καθένας τη δικιά του
και την αλλού καλύτερη θα πάρ’ ο καπετάνιος
Η ΓΙΑΝΝΑΚΑΙΝΑ
Δευτέρα μέρα ειν τ’ Αι – Γιωργιού, τη τρίτη είν’ το σεριάνι
τα παλικάρια χαίρονται και στο σημάδι ρίχνουν
Βάρεσαν την Γιαννάκαινα στο γόνα και στο χέρι
και στ’ ακρινό το δάκτυλο π’ ούχει την αρραβώνα…
Γιαννάκη μη ξοδιάζεσαι μη χάνεις τα λεφτά σου
να πάρεις νύφ’ από σειρά κι’ από καλούς ανθρώπους
να ξέρει ρόκα κι’ αργαλειό να ξέρει να υφαίνει
να ξέρει και τα βάσανα το πως γυρνάει το σπίτι.
Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ
Τ’ έχεις καϋμένε Πλάτανε και στέκεις μαραμένος
με τις ριζούλες στο νερό με της δροσιάς τα φύλλα
Αλή Πασιάς απέρασε με δεκαοχτώ χιλιάδες
κι’ όλοι στον ίσκιον μ’ έκατσαν πουκάτ’ απ’ τη δροσιά μου
κι’ όλοι σημάδι μ’ έβαλαν κι’ όλοι με ντουφεκίσαν
άλλοι χτυπάν τους κλώνους μου κι’ άλλοι τις κορυφές μου
κι’ αυτός ο σκύλ’ Αλή Πασάς μέσ’ τη καρδιά μου ρίχνει.
Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΣΥΖΥΓΟΣ
Κοράσιον ετραγούδησε, απάνω σε γιοφύρι
και το γιοφύρι ράγισε κι’ ο ποταμός εστάθη
και το στοιχειό του ποταμού κι’ αυτό στη άκρη βγαίνει
Τ’ έχεις κόρη μ’ και γλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα
Έχω άντρα φυλάρρωστο τώρα δώδεκα χρόνια
και με χαλεύει αρρωστηκά απού δεν είν’ σε κόσμο
χαλεύει από λαγό τυρί κι’ απ’ άγριο γίδι γάλα
Θέλω ν’ ανέβω στο βουνό να κατεβώ στο κάμπο
να φκιάσω στρούγκα το λαγό ν’ αρμέξω τ’ άγριο γίδι
ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΑΚΙ
Λουλουδάκι θε να γίνω που να πάω να φυτρώσω
στου βουνό με πέρν’ αέρας και στο κάμπο καματώνω
θα φυτρώσω στον οντά σου κρύα βρύση για να γίνω
ν’ άρχονται οι όμορφες να πλένουν μαυρομμάτες να λευκαίνουν
ήρθ’ η μία ήρθ’ η άλλη ήρθ’ ένα φτωχό κορίτσι
έλαψε κι’ αυτό κι’βρύση…
ΧΟΡΕΥΤΙΚΑ (Της Αγάπης)
Ο ΧΡΥΣΑΗΤΟΣ
Από την πόλη κι ως τη Σαλονίκη
Χρυσός αητός βγήκε να γκεζερίσει
Ούτε γκεζερούσε ούτε σεριανούσε
μια αγάπη είχε και γι’ αυτή πονούσε.
Εγώ ‘μαι ξένος και κανέν’ δεν έχω
μια αγάπη έχω και σ’ αυτή παντέχω
Γράμμα τη στέλνει λέει πως δεν τη θέλει
γράμμα του στέλνει λέει πως δεν τον θέλει
στο Θεό τη ρίχνω και ας την τυραγνήσει
στη γη την αφήνω κι’ ας την αλησμονήσει.
ΠΕΡΑ ΣΤΟ ΠΕΡΑ ΜΑΧΑΛΑ
Πέρα στον πέρα Μαχαλά, στον πέρα και στον δώθε
περπατείς ανάρια ανάρια σαν τη πάπια στα λειβάδια
εκεί καθόταν μια ξανθή, ξανθή και μαυρομμάτα
κι’ εκεί φλωράκια αρμάθιαζε και κάνει αρμαθούλες
Βάζει πεντέξι στο λαιμό τρεις τέσσερες στα χέρια
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέγει
Για έβγα ήλιε μ’ για να βρώ να λάψεις και να λάψω
Εσύ με τις ακτίνες σου μαραίνεις τα χορτάρια
κι’ εγώ με τα φλωράκια μου μαραίνω παλικάρια.
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟΥΛΑΚΙ
Ποιος τόπε δεντρουλάκι μου
δεν σ’ αγαπώ πουλάκι μου.
Αν στόπε ο ήλιος να χαθεί
τ’ άστριο να μην ξημερωθεί
κι’ αν στο ‘πε το ρηγόπουλο
χήρα να ιδώ τη μάνα του
την αδελφή του Καλογριά
κι’ αυτόν το νιό στα σίδερα
στα σίδερα και στα δεσμά
και στη καινούρια φυλακή
να πέρναγα κι’ εγώ ‘πό κει
να ιδώ αν του πρέπει η φυλακή
Η ΟΜΟΡΦΗ
Μια μηλιά μηλίτσα μου και τριανταφυλλίτσα μου
Δάνεισε μου τ’ άνθη σου να ντυθώ ν’ αρματωθώ
στο χορό να κατεβώ
Να μαράνω τρεις εννιά τρεις ενιά τρεις δώδεκα
και της χήρα τον ‘υγιό που με γέλασε εψές
κι’ έκαψα φορτιό δαδί και μισό λίτρο κερί
Ντύθηκε αρματώθηκε στο χορό κατέβηκε
σαν την είδε ο Άρχοντας Θερμασιές τον έπιασαν
ζάλες τον ακόλλησαν
βρε μπακάλη βρε πιδί γλήγορα γλυκό κρασί
να κεράσω το χορό και την κόρη π’ αγαπώ,
ούλες ούλες τόπιναν κι’ η αγάπη μ’ τόχυνε
Ο ΑΙΤΟΣ
Ένας αϊτός καθότανε
στον ήλιο και λιαζότανε
και με τα νύχια τ’ μάλωνε
Νύχια μου κι’ ανυχάκια μου
και νυχοποδοράκια μου
Την πέρδικα που πιάσατε
να μην τήνε χαλάσετε
Θέλω να τη βάλω στο κλουβί
να κελαηδεί κάθε πρωί.
ο χαλασμός
Εβγα μανούλα φώναξε στα δέκα Βιλαέτια
ν’κούσουν χώρες και χωριά ν’ ακούσει ο κόσμος όλος
Φέτος θα γίνει πόλεμος θα γίνει κι’ ανταρσία
θα κλάψουν μάνες για παιδιά γυναίκες για τους άνδρες
θα κλάψ’ κι’ κύρ Δημητράκαινα τον κύρη Δημητράκη
Η ΣΤΡΟΥΜΠΟΥΛΟΥ
Στρουμπουλού μου στα αλώνια σου
κι όξω στα περιβόλια σου
κάθεται νιος κι ανύπαντρος
κι’ ένας πρωτοπαλίκαρος
και τη Στρουμπουλού λέγαν
Χίλια φλωριά την έταξαν
Στρουμπουλού μ’ που ‘ναι η μάνα σου
Η μάνα μ’ πάει στην Εκκλησιά
πατέρας μου στα μαγαζιά
τα δυο αδελφάκια μου στη ξενιτιά
κι’ εγώ κάθομαι μοναχιά
Σημ. Σε κάθε δίστιχο που ακολουθεί επαναλαμβάνονται τα τσακίσματα μαζί με το δεύτερο στίχο, όπως στον αρχικό
Ο ΔΗΜΟΣ
Αυτά τα μάτια σ’ Δήμο μ’ τ’ άμορφα
τα φρύδια σ’ τα γραμμένα
Μπρε γεια σ’ αγάπη μου (τσάκισμα)
τα φρύδια σ’ τα γραμμένα
Σε κλαιν τα μάτια μου (τσάκισμα)
Αυτά με κάνουν Δήμο μ’ κι’ αρρωστώ
Με κάνουν και πεθαίνω
Για πάρε Δήμο μ’ Δίπλα τα βουνά
Δίπλα τα κορφοβούνια
κι’ αν βρείς αλάφια Δήμο μ’ σκότωσ’ τα
αρκούδια ‘λυσσοσέτα
κι’ αν έβρεις την αγάπη μου
ρίξε και σκότωσε την
και μάσε Δ ήμο μ’ και το αίμα της
σ’ ένα χρυσό μαντήλι
Κι αν σε ερωτήσουν Δήμο μ είν’ αυτό
το αίμα της αγάπης.
ΑΓΓΕΛΩ
Αγγέλω μ’ κρένει η μάνα σου δεν ξέρω τι σε θέλει
να πας στη βρύση για νερό να πιουν τα παλικάρια
τα παλικάρια κι’ αν διψούν να πάν στη βρύσ’ να πιούνε
κι’ εγώ θα πάω στο κέντημα με τ’ άλλα το κορίτσια
το κέντημα είναι γλέντημα κι’ η ρόκα είναι σεριάνι
κι’ αυτό ο δόλιος αργαλειός είναι χτικιό μεγάλο
Τ’ ΑΔΕΛΦΙΑ
Πέρα σ’ εκείνο το βουνό (Μωρέ παιδιά)
πέρα σ’ εκείν’ τη ράχη (Μικρή Βλαχούλα μου)
Στη μια πλαγιά βόσκουν αρνιά, στην άλλη βόσκουν γίδια
κι’ ανάμεσα στα δυό βουνά δυο ‘δέλφια είναι θαμένα
κι’ απάνω ‘πο το μνήμα τους ένα κλίμα φυτρωμένο
κάνει σταφύλι κόκκινο και το κρασί μοσχάτο
όποιος το κόψει κόβετε, όποιος το φάει πεθαίνει
να το τρώγε η μανούλα μου να μήχε καμωμένο.
ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ
Πολλές νύχτες περπάτησα μ’ έν’ όμορφο κοράσιο
να το φιλήσω ντρέπομαι να της το ειπώ ντιριέμαι
να τη αφήσω αφίλητη ταχιά γελάει με μένα.
Πεζεύω δένω τ’ άλογο ‘πό λυγαριάς κλωνάρι
φιλώ την κόρη μια φορά, φιλώ τη κόρη δύο
κι’ απάν στο τρίτο φίλημα μου φεύγει τ’ άλογο μου
σύρε κόρη μ’ για τ’ άλογο κι’ εγώ για τ’ άρματα μου
Λύκος να φάει τ’ άλογο και σκώρα τ’ άρματα σου.
Η ΣΚΛΑΒΑ
Κάτω στο κάμπο τον πλατύ κάτω στα μπεζιστιένια
κόρη μ’ τα μαλλιά σου τέλια
Τούρκα δέρνει τη σκλάβα της
γιέ μ’ τη δέρνει τη μαλώνει και βαριά τη βαλαντώνει
Δείρε με τούρκα δείρε με δείρε με και μάλωσε με
βράδυ σαν έρθει ο αφέντης μου σαν δεν τα μαρτυρήσω
τούρκα σκλάβα δε θα ζήσω
το τι είδες σκλάβα και θα πεις το τι θα μαρτυρήσεις
ότι είδαν τα ματάκια μου κείνα θα μαρτυρήσω.
Η ΚΟΥΜΠΑΡΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΝΥΦΗ
Βούλιομαι για να κατεβώ, κάτω σε κρύα βρύση
να εύρω την αγάπη μου, να την περισκανιάσω
την ήβρα και τη σκάνιασα νισάφι δεν της κάνω
– Εγώ βρήκα κι’ αγάπησα, να βρεις κι’ εσύ να πάρεις
κι αν θέλεις κι αν καταδεχτείς νουνά να στεφανώσεις
– Έχω μανούλα καλογριά θέλω να τη ρωτήσω
– Τ’ ακούς μανούλα καλογριά τι παραγγέλν’ ο φίλος
αυτός βρήκε ‘ραβώνιασε να βρω κι’ εγώ να πάρω
κι’ αν θέλω κι’ αν καταδεχτώ νουνά να στεφανώσω
– Σήκω Σμαράγδα μ’ κι άλλαξε βάλε τα φυτιλιά σου
στη μέση βάνει κάμποσα στην άκρη βάνει ρούχο
βάνει κι’ αλλού από πάνω της, το Μάη με τα λουλούδια
παίρνει συντέκνους δώδεκα συντέκνους δέκα πέντε
σαν κίνησε κι πάαινε, σαν κύρ νουνά πααίνει
την είδ’ ο κόσμος κι έφριξε κι η γης ανατρομάζει
την είδε κι ο κυρί Γαμπρός κι’ έπεσε να πεθάνει
‘λαξε παπά μ’ τα γράμματα ‘λαξε και τα στεφάνια
να γίν’ η νύφη μας νουνά κι κύρ νουνά μας νύφη.
Η ΚΑΚΙΑ ΠΕΘΕΡΑ
Κώστας το Μάη γεννήθηκε το Μάη κάνει γάμο
όλο το κόσμο κάλεσε στη γης τη ξακουσμένη
το Γιάννη δεν τον κάλεσε πού ‘ταν συμμαχημένος
κι’ ο Γιάννης πείσμα το ‘βαλε κι ο Γιάννης πείσμα βάνει
και πάει και τους καρτέρεσε σε τρίχινο γιοφύρι
κανένας δεν αποκρίθηκε από τους συμπεθέρους
η νύφη το κατάλαβε κάτω από το καμάρι
κι’ απλώνει στη τσεπούλα της και βγάνει εννιά χιλιάδες
δίνει πέντε για το γαμπρό τέσσαρες για τη νύφη
σχαρίκια παν στη πεθερά……………..
Τη νύφη που σε φέρνουμε αδρά ξαγορασμένη
Τσαπάκι φτυάρι άρπαξε σε περιβόλι μπαίνει
βγάζει αστρίτη φοβερό οχιά με δυο κεφάλια
και πάει και τα τηγάνισε σ’ αφόρηγο τηγάνι
Για πάρε νύφη μια φορά για πάρε τρεις και πέντε
Εμείς μάνα μ’ δεν τύχουμε να παίρνουν οι νυφάδες
κι απλώνει νύφη μια φορά κι’ απλώνει τρεις και πέντε
Νερό ταίρι μου κι’ έσκασα νεράκι θα πεθάνω
όσο πάει κι’ όσο να ‘ρθει τη βρίσκει πεθαμένη
χρυσό μαχαίρι έβγαλε και στη καρδιά το μπήγει
και πήγαν και τους έθαψαν τους δυο σ’ ένα κιβούρι.
ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ
Ένα πουλάκι κάθισε στης Άρτας το ποτάμι
δε κελαηδούσε σα πουλί, ουδέ σα χελιδόνι.
μον’ κελαηδούσε ανθρωπινά κι’ ανθρωπινά το λέει
Μάστοροι που δουλεύετε γιοφύρι δε στεριώνει
να θεμελιώστε άνθρωπο του Κώστα τη γυναίκα
τα μαθητούδια έστειλαν στην Κώσταινα πααίνουν.
Καλή σου μέρα Κώσταινα καλώς τα μαθητούδια
για έλα κάτω Κώσταινα, κάτω σε θέλ’ ο Κώστας
Εάν μου θέλει για καλό να ζώσω τ’ άρματα μου
Εάν μου θέλει για κακό ας είμαι ούτε έτσι
για έλα κάτω Κώσταινα κι’ ας είσαι ούτε έτσι
έχω ψωμί που γίνεται μικρό στη σαρμανίτσα
για άντε, άντε Κώσταινα κάν’ τα ρεσίδι ούλα
πως σκούζει το παιδάκι μου να σκούζει το γιοφύρι
πως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γιοφύρι
πως πέφτουν τα μαλλάκια μου να πέφτουν οι διαβάτες
άλλαξε κόρη τον ηχό κι’ άλλο τραγούδι πιάσε
έχ’ς αδερφό στη ξενιτιά μη λάχει και περάσει
τρεις αδερφούλες ήμασταν κι’ τρεις θεμελιωμένες
η μια φυλάει τον Κόρακα κι’ άλλη τη Τατάρνα
κι’ η τρίτη η μικρότερη της Άρτας το γιοφύρι…
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ
Ο Γιάννης πάαινε για νερό τη νύχτα τραγουδώντας
και ξύπνησε τα εννιά χωριά τα δέκα Βιλαέτια
και ξύπνησε μια Δράκαινα απ’ τ’ αγκαλιά τον Δράκου
κι’ η Δράκαινα αναστέναξε κι’ ο Δράκος φοβερίζει
ας είναι, ας είναι Γιάννο μου, αν δε στο ξαγοράσω
όταν θα κάνεις τη χαρά όταν θα κάνεις γάμο.
ΜΑΛΑΜΩ
Σαν πας Μαλάμω για νερό
κι’ εγώ στη βρύση καρτερώ
να σε θολώσω το νερό
να σε τσακίσω το σταμνί
να πας στη Μάνα σ’ αδειανή
και στο πατέρα σ’ κλαίγοντας
κι’ αν σε ρωτήσει η Μάνα σου
Μαλάμω πούνε η στάμνα σου
μάνα μου παραπάτησα
κι’ έπεσα κι το τσάκισα.
Αυτό δεν είναι τσάκισμα
μον’ είναι αντρός αγκάλιασμα
Ο ΧΟΡΟΣ
Διπλός χορός μωρ’μάτιαμ’ δυό
Διπλός χορός που γίνεται
Διπλός και τριπλοκάγκελος
Ν’ άχα Νεράτσι νάριχνα
να ξεδιπλώσω το χορό
να ιδώ την κόρη π’ αγαπώ
Να ιδώ πιος νιος τη κράταγε
από ποιο χέρι την κρατεί
Να μην την σφίξει δυνατά
γιατί πονούν τα δάκτυλα
από τα δακτυλίδια της.
Ο ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΣ
Ξένος ήμουνα στα ξένα περπατούσα
Γιέμ στα ξένα περπατούσα
και τις όμορφες κοιτούσα
ποια ‘ταν άσπρη ποια ‘ταν Ρούσα
ποια ‘ταν γαϊτανοφρυδούσα
Ήρθε μία ήρθε άλλη
ήρθε μια κυρά μεγάλη
ΜΑΥΡΙΔΕΡΟΥΛΑ
Τ’ ακούς μαυριδερούλα μου
τι λεν οι οχτροί για μένα
λένε να με σκοτώσουνε
γιατ’ αγαπώ εσένα.
Μη σκιάζεσαι λεβέντη μου
κι εγώ σε κάνω ταίρι μου
Γιατ’ έχω αδέλφια στο κλαρί
πατέρα καπετάνιο.
ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΑ
Στις Μαντζουράνας τον ανθό
έγειρα να αποκοιμηθώ
λίγον ύπνο για να πάρω
στα τριαντάφυλλα απάνω
Κι’ αν δεν σ’ αρέσει ο ύπνος μου
κόψε μου το κεφάλι μου
και ρίξτο μέσ’ στη θάλασσα
να το βαρούν τα κύματα
της κόρης τα φιλήματα (κεντήματα)
Η ΒΑΓΓΕΛΙΩ
Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ ένα νερό κρύο νερό
Γιέμ κι’ απούθε κατεβαίνει Βαγγελιώ μου παινεμένη
Ποτίζει δέντρα και κλαριά γιέμ ποτίζει λεμονίτσες
γεια χαρά σας κοπελίτσες
Ποτίζει κι’ έν’ αγιόκλημα Γιέμ που κάνει τα σταφύλια
σαν της Βαγγελιώς τα χείλια
Όποιος το κόψει κόβεται Γιέμ κι’ όποιος το φάει πεθαίνει
Εγώ το κόβω κι’ ας κοπώ γιέμ το τρώγω και πεθαίνω
Βαγγελιώ μου τι θα γένω
ΤΟ ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟ
Κάτω στο κάμπο στα τσαρσιά κι’ αϊ Λένη μ’ γιέ μου
ξήντα ραφτάδες έρραφταν κι’ ξήντα μαθητούδια
Ούλοι έρραβαν κι’ κένταγαν αϊ Λένη μ’ γιέ μου
κι’ ένα μικρό ραφτόπουλο δε ράβει δε κεντάει
μον’ τραγουδούσε κι’ έλεγε, μον’ τραγουδά και λέει
καμάρι μου ψιλόραφο και χρυσοκεντημένο
να σ’ είχα κόψει σκέπασμα να σ’ είχα μαξιλάρι
κυρα απ’ όξου τ’ άκουσε πολύ την κακοφάνη
τι λες, αυτού ραφτόπουλο τι λες τι κουβεντιάζεις.
Θαρθεί αφέντης θα τα πω και θα τα μαρτυρήσω
Η ΟΒΡΙΑ
Από οβριές θέλω διαβώ κι’ από τις οβριοπούλες
βρίσκω οβριά που λούζεται που βάνει το φκιασίδι
σε καρυοτσόφλι λούζονταν σταλαματιά δε χύνει
Οβριά μ’ τι μάνα σ’ έκανες; τι μάνα σ’ έχει κάνει;
Κι εμένα μάνα μ’ έκανε μάνα σα τη δικιά σου.
Ο ΔΕΝΤΡΟΣ
Όσα κι’ αν περπάτησα Τούρκικα Ρωμέϊκα
τίποτας δεν μ’ άρεσε ένας δένδρος μ’ άρεσε
Ένας δένδρος μ’ άρεσε τουφωτός κλωναρωτός
στη κορφή είχε το σταυρό και στη ρίζα κρύο νερό
Το ‘μαθαν τρεις πέρδικες και μου πίναν το νερό
έστησα τ’ αβρόχι μου και το σιδεράκι μου
έπιασα μια πέρδικα στο κλουβί
την έβαλα ζάχαρι την τάϊζα και ζαχαρομύγδαλα»
Ο ΠΟΤΑΜΟΣ
Πόταμε (τζιάνε ποταμέ μου) πόταμε όταν γεμίζεις
και βαρείς και κυματίζεις πάρε με τζιάνε ποταμέ μου
πάρε με κι’ εμέ κοντά σου στα συχνογυρίσματά σου
Βγάλε με στα λειβαδάκια στις δροσιές στα χορταράκια
ν’ άρχονται οι όμορφες να πλένουν μαυρομάτες να λευκαίνουν
Ήρθε μία ήρθε η άλλη ήρθε ένα καλό κορίτσι
έλαψε κι’ αυτό κι’ η βρύση.
Δε μου λες καλό κορίτσι που τα βρήκες τέτοια κάλλη
και του φεγγαριού τα κάλη;
Ο πατέρας μ’ ήταν κλέφτης κι’ ο αδελφός μου πρώτος κουρσάρος.
Η ΠΑΠΑΔΟΥΛΑ
Βγήκα ψηλά στον ‘Ολυμπο κι’ αγνάντεψα στο κάμπο
βλέπω κομμάτι σύγνεφο, βλέπω κομμάτι αντάρα
Κείνο δεν είναι σύγνεφο ούτε κομμάτι αντάρα
Μόν είν’ η κόρη του παπά πόρχεται απ’ τ’ αμπέλι
Δυό μήλα την εγύρεψα βγάζει μου δίνει δέκα
Δε θέλω ‘γω τα μήλα σου τα τσαλαπατημένα
μόν’ θέλω δυό απ’ το κόρφο σου τα μοσχομυρισμένα
Η ΒΛΑΧΟΥΛΑ
Βλαχούλα ν’ εροβόλαγε από ψηλή ραχούλα
με τη ροκούλα τ’ς γνέθοντας τ’ αδράχτι της γιομάτο
κι’ ο βλάχος την αγνάντεψε από ψηλή ραχούλα
Βλαχούλα μ’ πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις
Από το σπίτι μ’ έρχομαι στα πρόβατα πηγαίνω
πάω ψωμί για τα σκυλιά τσαρούχια το τσοπάνο
Βλαχούλα μ’ δόσμου φίλημα δόσμον και μαύρα μάτια
Το πως να δώσω φίλημα να δώσω μαύρα μάτια
που μ’ έχει η μάνα μ’ μοναχή μοναχοθυγατέρα
θέλ’ να με κάνει παπαδιά και νύφη του ‘κονόμου
Η ΠΕΡΔΙΚΑ
Δε σ’ τοπα περδικούλα μου κοντογιαννοπούλα μου
μη παραστολίζεσαι και κοντολυγίζεσαι
τι’ ναι ο Βοϊβοντας εδώ κι’ ο Κατής μέσ’ στο χωριό
κείνη το παράκουσε μπήκε μέσα κι’ άλλαξε
άλλαξε στολίστηκε στο γυαλί γυαλίστηκε
στο γυαλί γυαλίστηκε στο χορό κατέβηκε
σαν την είδε ο Βοϊβοντας ζάλες τον ακόλλησαν
θερμασιές τον έπιασαν
βρε παιδί κρασόπουλο να κεράσεις το χορό
να κεράσεις το χορό και την κόρη π’ αγαπώ
ούλες ούλες από δυο και την κόρη τέσσερις.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΟΥΛΙΑ
Ο Γιάννης και η Μαρούλια σ’ ένα σχολειό πααίνουν
κι’ η Μαρούλια ξέρ’ πλειότερα, πλειότερα απ’ το Γιάννη
κι’ ο Γιάννης την αγάπαγε γυναίκα να την πάρει
– Θα πάω να πω τη Μάνα μου γυναίκα να σε πάρω
– Μάνα μ’ τη Μάρω αγαπώ γυναίκα θα την πάρω
Τι λες τι λες βρε Γιάννη μου, τις λες τι κουβεντιάζεις.
Εγώ τη Μάρω έχω αν’ψιά κι’ εσείς πρώτα ξαδέρφια
χρυσό μαχάιρ’ έβγαλε και στην καρδιά το βάζει
και πάν’ και τα κιβούριασαν μαζί σ’ ένα κιβούρι
στο ‘να φυτρώνει κάλαμος, στο άλλο κυπαρίσσι
στριφογυρίζει ο κάλαμος φυλάει το κυπαρίσσι
κοιτάτε τα καψάχρονα τα λιγοζωϊσμένα
το πως φιλιούνταν ζωντανά, φιλιούνται πεθαμένα.
Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ
Για νύχτωσε και βράδιασε, πάεισε και τούτ’ η μέρα
πάνουν οι άσπρες για νερό κι’ όμορφες να πλύνουν
παίρνω κι’ εγώ το γρίβα μου και πάω να τον ποτίσω
βρίσκω κόρην’ απόπλενε, κόρην απού λευκαίνει
λίγο νερό της γύρεψα να πιω κι’ εγώ κι’ ο γρίβας
σαράντα τάσια μούδωσε να πιω κι’ εγώ κι ο γρίβας
Τ’ έχεις κόρη μ’ και γλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα
Έχω άνδρα στη ξενιτιά τώρα δώδεκα χρόνους
κι’ ακόμα δυο τον καρτερώ τρία τον παντυχαίνω
κι’ απέ θα γίνω καλογριά, τα μαύρα να φορέσω
Κόρη μ’ ο άντρας σου πέθανε πέρσι το καλοκαίρι
κερί πανί τον έταξα κι’ είπε να μου τα δώσεις
τον έταξα και φίλημα κι’ είπε να μου το δώσεις.
Κερί πανί κι’ αν έταξε να ‘ρθεις να σου τα δώσω
κι αν σ’ έταξε και φίλημα να πας να σου το δώσει
Κόρη μ’ εγώ ‘μαι ο άντρας σου εγώ κι ο καλός σου
Σαν είσαι συ ο άνδρας μου κι’ είσαι κι’ ο καλός μου
Δείξε σημάδια του σπιτιού σημάδια του κορμιού μου
Έχεις μηλιά στη πόρτα σου κι’ ελιά στην αμασχάλη
Ξένε μ’ εσύ ‘ σαι ο άντρας μου εσύ και ο καλός μου.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΥ
Ποιος ήταν π’ αναστέναζε και στάθκαν τα καράβια
και στάθκαν τα καράβια ραΐσαν τα καράβια
Βασιλοπούλα τ’ άκουσε από γυαλιένιο πύργο
– Ποιος ήταν π’ αναστέναξε και στάθκαν τα καράβια.
– Εγώ ‘μαν π’ αναστέναξα στο πάτο στα καράβια
Εψές προψές στον ύπνο μου στον ύπνο που κοιμάμαν
Είδα μεγάλο όνειρο μεγάλο ‘γω κιντέρι.
Παντρεύαν την γυναίκα μου κι’ άλλον άντρα τη δίνουν
– Κατέβα κάτω στο ταβλά που είν’ τ’ άλογα δεμένα
και διάλεγε τ’ αγλήγορο τ’ άξιο το παλικάρι
Όσοι γρίβες κι’ αν τ’ άκουσαν, όλοι το ψόφιο πέφτουν
κι’ ένας γρίβας παλιόγριβας σαρανταπληγιασμένος
Να μ’ αυγατίσεις τη ταγή πέντ’ έξη οχτώ χουφτούλες
να μ’ αυγατίσεις και το πιει πέντ’ έξη οχτώ χουφτούλες
για δέσε το κεφάλι σου πέντ’ έξη οκτώ μαντήλια
για ζώσε τη μεσούλα σου πέντ’ έξη οκτώ ζουνάρια
σαράντα μέρες περπατσιά τρεις ώρες θα το κάνω
όσο να πει το έχει γεια, το μισό δρόμο πήρε
στο δρόμο όπου, πάαινε το Θεό, παρακαλούσε
Θε’ μου να βρω τη μάνα μου στη βρύση για να πλένει
Όπως επαρακάλαγε έτσι έπιασε κι γίν’κε
βιτσιά βαρεί το γρίβα του στο σπίτι του να πάει
– Καλή σου μέρα μάνα μου καλώς τον τον διαβάτη
σ’ απού βαρούνε τα βιολιά σ’ απού βαρούν νταούλια
– στην ερημιά στη σκοτεινιά στου γιου μου του χαμένου
– Μάνα μ’ εγώ ‘μαι ο γιόκα σου εγώ ‘μαι το παιδί σου
στην αγκαλιά σωριάστηκε, η δόλια η μανούλα
– παιδάκι μου που ήσουνα τόσο καιρό χαμένος
βιτσιά βαρεί το γρίβα του στο σπίτι του πααίνει
κανένα δεν εγνώρισε από τους συμπεθέρους
Καλή σας μέρα συμπεθέρ’ καλώς τον τον διαβάτη
για πέστε τη νυφούλα σας για να κατέβει κάτω
Εμείς δεν τ’ όχουμε αντέτ’ οι νύφες μας να κρένουν
για πέστε την, για πέστε την για να κατέβει κάτω
εν τέλει αυτή κατέβηκε….
Σύρτε ξένοι μ’ στα σπίτια σας δικοί μου στα δικά σας
Εγώ ήρθε το ταίρι μου, το πρώτο μου στεφάνι.